Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009

Όταν οι συνάδελφοι μαχαιρώνουν πισώπλατα


του John Tierney

Το κουτσομπολιό μεταξύ ενηλίκων στο χώρο εργασίας μπορεί τελικά να είναι πιο ύπουλο απ' ό,τι το κουτσομπολιό μεταξύ εφήβων στο σχολείο. Αν δυσκολεύεστε να το πιστέψετε, διαβάσατε το τελευταίο τεύχος της «Journal of Contemporary Ethnography", το οποίο επικεντρώνεται σε όσα λένε μεταξύ τους οι δάσκαλοι ενός δημοτικού σχολείου στις ΗΠΑ για τη διευθύντρια τους, πίσω από την πλάτη της.

Αυτά τα σπάνια «ντοκουμέντα κουτσομπολιού» έχουν επί μακρόν αποτελέσει αντικείμενο μιας θεωρητικής αντιπαράθεσης ανάμεσα σε ανθρωπολόγους και κοινωνιολόγους. Η μια πλευρά, η σχολή του λειτουργισμού, θεωρεί ότι το κουτσομπολιό είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για την εφαρμογή των κοινωνικών κανόνων και τη διατήρηση της αλληλεγγύης ανάμεσα στα μέλη μιας ομάδας. Η άλλη σχολή αντιλαμβάνεται το κουτσομπολιό ως μια επιθετική συμπεριφορά ανθρώπων, οι οποίοι προσπαθούν εγωιστικά να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα.

Σύμφωνα με παλαιότερες μελέτες, άπαξ και κάποιος έκανε ένα αρνητικό σχόλιο για κάποιον που δεν ήταν παρών, ήταν βέβαιο ότι τα σχόλια που θα ακολουθούσαν θα γίνονταν ολοένα και πιο κακεντρεχή, εκτός και αν βρισκόταν κάποιος να πάρει το μέρος του απόντος.

Με τη νέα μελέτη αποδεικνύεται ότι, και στο χώρο εργασίας, όσο προχωρά η συζήτηση, τα σχόλια τείνουν να γίνονται όλο και πιο αρνητικά, αλλά με ηπιότερο τρόπο, ενώ οι συζητήσεις πιο απρόβλεπτες, όπως εξηγεί ο Τιμ Χάλετ, κοινωνιολόγος στο Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα, ο οποίος πραγματοποίησε τη μελέτη.

Ο Χάλετ εξηγεί: «Το κουτσομπολιό στο χώρο εργασίας είναι κατά κάποιον τρόπο ένας πόλεμος δυσφήμισης. Μοιάζει με το απλό κουτσομπολιό, αλλά είναι εμπλουτισμένο και περισσότερο λεπτομερές. Έχει περισσότερα από ένα επίπεδα, γιατί οι άνθρωποι μιλούν έμμεσα. Είναι πιο προσεκτικοί, γιατί ξέρουν ότι, εκτός από μια φιλία, μπορεί να χάσουν ακόμη και τη δουλειά τους».

Κατά τη διάρκεια των δύο ετών που πέρασε ο Χάλετ μελετώντας τη δυναμική της ομάδας σ' ένα δημοτικό σχολείο των κεντροδυτικών Πολιτειών των ΗΠΑ, ανακάλυψε ότι οι δάσκαλοι εξοικειώθηκαν τόσο πολύ με τον ίδιο και την κάμερα του ώστε, όταν ήταν μόνοι μαζί του, έκαναν αρνητικά σχόλια για τη διευθύντρια τους. Ωστόσο, στις επίσημες συνελεύσεις των δασκάλων ήταν πιο διακριτικοί.


"Προσβολές και σχόλια στο γραφείο"

Πολλές φορές, αντί να ασκούν ευθέως κριτική, έκαναν έμμεσα σαρκαστικά σχόλια. Επίσης, ακολουθούσαν και μια άλλη έμμεση τακτική, η οποία θα μπορούσε να ονομαστεί «ο έπαινος του προκατόχου». Σε μια συνέλευση δασκάλων, ένας εξ αυτών αναφέρθηκε με νοσταλγία στην προηγούμενη διεύθυνση: «Ηταν όλα τόσο ήρεμα, μπορούσες να διδάξεις με την ησυχία σου». Οι υπόλοιποι δάσκαλοι έσπευσαν να συμφωνήσουν. Κανείς δεν αποκάλεσε ευθέως τη νέα διευθύντρια αυταρχική και ενοχλητική, αλλά ήταν ξεκάθαρο ότι όλοι αυτό εννοούσαν.

Καθώς οι δάσκαλοι συνέχισαν να ειρωνεύονται τη διευθύντρια, η συζήτηση έγινε ακόμη πιο πικρόχολη. Η διευθύντρια άρχισε να αισθάνεται ότι η εξουσία της υπονομευόταν από το κουτσομπολιό και πλήρωσε με το ίδιο νόμισμα τους δασκάλους τους οποίους υποπτευόταν ότι τη σχολίαζαν αρνητικά. Δάσκαλοι και μέλη του διοικητικού προσωπικού έφυγαν από το σχολείο και οι επιδόσεις των μαθητών έπεσαν.

Ορισμένοι διευθυντές προσπαθούν να μετατρέψουν το γραφείο σε «ζώνη όπου απαγορεύεται το κουτσομπολιό», αλλά ο Χάλετ πιστεύει ότι η πιο ρεαλιστική λύση είναι να προσπαθήσεις να το διαχειριστείς και όχι να το απαγορεύσεις. Λέει όταν, π.χ., ένας ανταγωνιστής στη δουλεία φαίνεται αποφασισμένος να συκοφαντήσει μια σύμμαχο σας που δεν είναι παρούσα, εσείς καλό θα ήταν να κάνετε ένα «προληπτικό θετικό σχόλιο». Ένα απλό «Δεν είναι εκπληκτική στη δουλειά της;» είναι αρκετό για να αποτρέψει την επίθεση.

Και αν τα πράγματα γίνουν πολύ σκούρα, πάντα μπορείτε να ξεφύγετε, λέγοντας: «Δεν κάνουμε καμιά δουλειά, λέω 'γώ;».

* Το μεταφρασμένο άρθρο το αναδημοσιεύουμε από το ένθετο "The New York Times" της "Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας 221109". Το πρωτότυπο άρθρο μπορούμε να το δούμε εδώ